ρυθμοειδής

-ές, Α
αυτός που έχει ρυθμό, ρυθμικός («ῥυθμοειδὴς περίοδος», Διον. Αλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ῥυθμός + -ειδής*].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ῥυθμοειδῆ — ῥυθμοειδής rhythmical neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ῥυθμοειδής rhythmical masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ῥυθμοειδής rhythmical masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥυθμοειδεῖ — ῥυθμοειδής rhythmical masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) ῥυθμοειδής rhythmical masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥυθμοειδεῖς — ῥυθμοειδής rhythmical masc/fem acc pl ῥυθμοειδής rhythmical masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥυθμοειδές — ῥυθμοειδής rhythmical masc/fem voc sg ῥυθμοειδής rhythmical neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥυθμοειδῶς — ῥυθμοειδής rhythmical adverbial (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.